Με αφορμή τις αγροτικές
κινητοποιήσεις και τις επισκέψεις του Υπουργού Γεωργίας σε διάφορες περιοχές
της Κεντρικής Μακεδονίας, αναζωπυρώθηκαν τον τελευταίο καιρό οι συζητήσεις και
οι απόψεις για το αγροτικό ζήτημα και το μέλλον της γεωργίας στην Ελλάδα. Θα
επιχειρήσουμε κι εμείς μία σύντομη αλλά σφαιρική αναφορά στο συγκεκριμένο
ζήτημα.
Υπάρχουν δυο τρόποι να
προσεγγίσει κανείς τα θέματα της γεωργικής παραγωγής. Ένας συγκυριακός και
αποσπασματικός και ένας μακροπρόθεσμος και σφαιρικός.
Έτσι, με αφορμή ένα
φυσικό γεγονός όπως καιρικές συνθήκες ή διαταραχές στη λειτουργία του εμπορίου
διαπιστώνουν οι παραγωγοί το έλλειμμα στην διαχείρισή τους και ζητούν
περιστασιακά ενίσχυση του εισοδήματός τους από το κράτος.
Σε αυτήν την διεκδίκηση
κανείς δεν μπορεί να είναι αντίθετος, πολύ περισσότερο εμείς εδώ στην Ημαθία,
αλλά φαίνεται ότι έτσι δεν λύνεται το θέμα γιατί τα προβλήματα σύντομα επανέρχονται και μάλιστα πιο οξυμένα.
Και αυτό γιατί τα
προβλήματα είναι διαρθρωτικά και είναι καιρός να αντιμετωπισθούν έτσι από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή τους αγρότες,
την πολιτεία, τη βιομηχανία και το εμπόριο, τους καταναλωτές.
Οι αγρότες πρέπει να διαθέσουν περισσότερο χρόνο και ενδιαφέρον και να
επιδείξουν καινοτόμο πνεύμα και επιχειρηματικό ρίσκο. Να αναπτύξουν νέες
δραστηριότητες σε προϊόντα με ειδικά χαρακτηριστικά όπως τα βιολογικά, και
υψηλή απόδοση προκειμένου να υπερβούν το μειονέκτημα της ούτως ή άλλως μικρής
γεωργικής εκμετάλλευσης στην Ελλάδα. Πρέπει να εξυγιάνουν από μέσα και από κάτω
τους συνεταιρισμούς τους και να οργανωθούν σε υγιή και μεγάλα σχήματα που θα
έχουν κύρος και διαπραγματευτική ισχύ.
Η συμπίεση του κόστους
παραγωγής και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στο μέρος που τους αφορά,
γίνεται όρος επιβίωσης.
Στην πολιτεία πέφτει το μεγάλο βάρος της
ευθύνης η ελληνική γεωργία να ζήσει ή να πεθάνει.
Αυτή τη στιγμή της
μεγάλης οικονομικής κρίσης και της βαθιάς ύφεσης, σε δύο τομείς μπορεί να επενδύσει η Ελλάδα προκειμένου να πετύχει
παραγωγή προϊόντος και ανάπτυξη, στην Γεωργία και στον Τουρισμό. Όλοι οι άλλοι κλάδοι, βιομηχανία,
οικοδομή, ναυτιλία, παροχές υπηρεσιών, τραπεζικό σύστημα κλπ., έχουν
καταρρεύσει και είναι αμφίβολο αν θα συνέλθουν ποτέ.
Μέτρα για την
αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, την
αναζήτηση νέων αγορών, την ανάπτυξη της αειφορίας και των εναλλακτικών μορφών
ενέργειας, την ανάπτυξη σύγχρονων υποδομών, είναι πρωτοβουλίες που ανήκουν στην
πολιτεία.
Υποστηρίζουμε σταθερά
ότι η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών πρέπει να καθοδηγείται, να ελέγχεται και να
χρηματοδοτείται από το κράτος. Είναι μια επένδυση που δεν μπορεί να αναλάβει
εξολοκλήρου ο αγρότης και απαιτείται τεχνογνωσία.
Η μείωση του κόστους
παραγωγής με τον έλεγχο και την παρέμβαση στις τιμές των εφοδίων (φάρμακα –
λιπάσματα – καύσιμα), τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των υποδομών (δρόμοι –
αρδευτικά δίκτυα – στάγδην άρδευση κλπ.), την αναζήτηση οικονομικών πηγών
ενέργειας (γεωθερμία) είναι ευθύνη της πολιτείας.
Σημαντικός είναι ο
ρόλος της πολιτείας στις αγορές. Απαιτούνται διαπραγματεύσεις σε διακρατικό
επίπεδο και ένταξη των επιμέρους θεμάτων σε συνολικές συμφωνίες οικονομικής
συνεργασίας.
Ο ρόλος του Υπουργείου
Αγροτικής Ανάπτυξης δεν είναι να παριστάνει τον τροχονόμο κάθε φορά που τα
τρακτέρ κλείνουν τις εθνικές οδούς και να μοιράζει επιδοτήσεις. Ας πούμε ότι θα
συμβαίνει αυτό για 2 ακόμη χρόνια. Τι θα γίνει όμως μετά το 2013;
Εδώ καλείται το
Υπουργείο να κατευθύνει τους παραγωγούς σε ανταγωνιστικά προϊόντα, να
λειτουργεί σαν γέφυρα με την παγκόσμια αγορά, να προωθεί την παραγωγή σύμφωνα
με τους κανόνες του μάρκετινγκ.
Οι έμποροι και οι βιομήχανοι αγροτικών
προϊόντων πρέπει επιτέλους να δείξουν αισθήματα κοινωνικής ευθύνης και γιατί
όχι και κοινωνικής αλληλεγγύης. «Κοινή γαρ η τύχη» όπως έλεγαν οι αρχαίοι.
Δεν μπορεί το μοναδικό
κίνητρο να είναι το μέγιστο και βραχυπρόθεσμο κέρδος. Ας αναλογισθούν ότι αν
π.χ. απογοητευθούν οι αγρότες και εγκαταλείψουν κάποιες καλλιέργειες το πρόβλημα
θα γίνει κυρίως δικό τους.
Η
εσωτερική αγορά, οι καταναλωτές, αφανές και παθητικό
για την ώρα κομμάτι αυτής της αλυσίδας, μπορούν να συμβάλλουν καθοριστικά στον
εξορθολογισμό του συστήματος όταν συνειδητοποιήσουν την δύναμή τους και
στηρίξουν τα εγχώρια προϊόντα, απαιτήσουν δίκαιο καταμερισμό του κέρδους, υψηλή
ποιότητα και λογικές τιμές.
Γνωρίζουμε ότι τέτοιου
είδους προσεγγίσεις μοιάζουν θεωρητικές και απόμακρες και δεν ακούγονται
ευχάριστα. Βρισκόμαστε όμως σε ένα πολλαπλό αδιέξοδο κοινωνικό, ηθικό,
οικονομικό, πολιτιστικό και χρειάζεται για το καινούριο ξεκίνημα μια συνολική
επαναρρύθμιση και ένας επανακαθορισμός των σχέσεων και των υποχρεώσεών μας, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Κάθε γέννα είναι μια επώδυνη διαδικασία, αλλά
έτσι ανατέλλει πάντα το καινούριο.
